| Τις τελευταίες δεκαετίες, το επικοινωνιακό πεδίο που μας περιβάλλει, προβάλλοντάς μας μια εικόνα της κοινωνικο-πολιτικής πραγματικότητας, μεταβάλλεται ταχύτατα προσαρμοζόμενο στις νέες απαιτήσεις, τις οικονομικές, τις τεχνολογικές κτλ. Το επάγγελμα του δημοσιογράφου και ότι αυτό συνεπάγεται έχει τεθεί πολλάκις υπό αμφισβήτηση, οι πρακτικές πολλών εντύπων κατακρίνονται αυστηρά από άλλες, τη στιγμή που το αναγνωστικό κοινό, σαφώς μειωμένο σε σχέση με το παρελθόν, δείχνει τις προτιμήσεις του σε αυτόν τον αν μη τι άλλο ανατρεπτικό τρόπο παρουσίασης των ειδήσεων. Τι συμβαίνει λοιπόν σήμερα, με την εμφάνιση στην ειδησεογραφική επικαιρότητα, ενός πολιτικού σκανδάλου; Καταρχήν, είναι σαφές ότι τα ΜΜΕ διαδραματίζουν έναν βασικό ρόλο στη διαμόρφωση των σχέσεων μεταξύ των πολιτικών ηγετών και των απλών πολιτών, και αποτελούν το κύριο μέσο μέσω του οποίου το ευρύτερο ακροατήριο διαμορφώνει τις έννοιες πολιτικής τους. Μιλούμε λοιπόν για έναν νέο τύπο σκανδάλων, επιβεβλημένο από τις εξελίξεις της εποχής, που ξεπερνούν σε έκταση και ισχύ τα τοπικής εγγύτητας ερωτικά, οικονομικά ή σκάνδαλα εξουσίας, τα σκάνδαλα media, των οποίων το κυριότερο γνώρισμα συνοψίζεται στο ότι επιτρέπουν το δημόσιο μάτι στις ιδιωτικές συμπεριφορές που είναι καλά κρυμμένες πίσω από το προσεκτικά επιμελημένο δημόσιο προφίλ των πολιτικών persona και άλλων ατόμων, κατόχων δύναμης. Ουσιαστικά, ένα διαμεσολαβημένο σκάνδαλο ξεκινά με μια πράξη κοινοποίησης μιας καταπάτησης ή παράβασης ενός πολιτικού προσώπου, που ενώ αρχικά παρέμενε κρυφή, εκτίθεται αιφνίδια στην κοινή γνώμη. Ωστόσο, αξίζει να σημειώσουμε ότι για να έχουμε σκάνδαλο, δεν είναι διόλου απαραίτητο πλέον, να υφίσταται παράβαση του ποινικού κώδικα. Αντιθέτως, τα μεγαλύτερης εμβέλειας και ορατότητας σκάνδαλα, είναι εκείνα, τα οποία, όπως σημειώνει και ο Άγγλος κοινωνιολόγος J. Thompson, συνιστούν παραβίαση της ηθικής δεοντολογίας, του modus vivendi που όφειλε να έχει ένα δημόσιο πρόσωπο, επιφορτισμένο με έναν κοινωνικό ρόλο. Για παράδειγμα, ο Ρίτσαρντ Νίξον, κύριος εμπλεκόμενος στην υπόθεση Γουότεργκεϊτ, είναι χαρακτηριστικό ότι δεν εξέπεσε του Προεδρικού αξιώματος λόγω αυτής καθαυτής της πράξης παρακολούθησης των αντιπάλων του, αλλά επειδή είπε ψέματα ενώπιον των οργάνων του κράτους, με αποτέλεσμα να παραπλανήσει τον Αμερικανικό λαό και να μειώσει το κύρος του θεσμού του Προέδρου. Ακόμη, ο Μπιλ Κλίντον με το γνωστό «σκάνδαλο» Λεβίνσκι, διέτρεξε κίνδυνο, όχι τόσο για την ερωτική του σχέση με τη Λεβίνσκι, αλλά για τα ψέματα που είπε στη Βουλή και στο Ανώτατο Δικαστήριο. Βλέπουμε λοιπόν, πως όπου ενυπάρχει το α ίσθημα της προδοσίας και της εξαπάτησης, η επιρροή της κοινής γνώμης είναι αμεσότερη και καθοριστικής σημασίας. Ωστόσο, ένα άλλο βασικό χαρακτηριστικό αυτής της νέας γενιάς σκανδάλων, είναι το γεγονός ότι η στόχευση βαθμιαία μετατοπίζεται από τα πολιτικά πρόσωπα αυτά καθεαυτά και οδηγείται σε μία πολύπλευρη σύγκρουση μεταξύ φορέων αντικρουόμενων συμφερόντων, του αχανούς επικοινωνιακού πεδίου. Χαρακτηριστικό, πρόσφατο παράδειγμα της ελληνικής πραγματιότητας, η υπόθεση Ζαχόπουλου. Ο γενικός γραμματέας του Υπουργείου Πολιτισμού, παραιτείται για λόγους υγείας και λίγο καιρό μετά, πέφτει στο κενό, ενώ ως ηθική αυτουργός της απόπειρας αυτοκτονίας του φέρεται ο παράνομος δεσμός του, πρώην ιδιαιτέρα του στο υπουργείο, - πρώην, καθώς της αρνήθηκε τη μεσολάβηση για τη μονιμοποίησή της – η Ευδοκία Τσέκου. Η υπόθεση κατέλαβε τον κύριο όγκο ύλης όλων των Μέσων ενημέρωσης, παραταύτα, πολύ σύντομα, οι προεκτάσεις του πολιτικού αυτού σκανδάλου – καθώς αποκαλύφθηκαν παράνομες οικονομικές δοσοληψίες, κατάχρηση εξουσίας, καταστρατήγηση κοινοτικών πλαισίων στήριξης, παράνομοι αποχαρακτηρισμοί αρχαιολογικών χώρων κ.ο.κ. - οδήγησαν σε μία τεραστίων διαστάσεων αντιπαράθεση μεταξύ των εκπροσώπων του εκδοτικού κόσμου, με αποτέλεσμα, το ενδιαφέρον να επικεντρωθεί σε αυτού του τύπου την σύγκρουση, παρακάμπτοντας την αμιγώς πολιτική ουσία της υπόθεσης και το φως της δημοσιότητας να απομακρυνθεί βαθμιαία από τους εμπλεκομένους πολιτικούς, που απολάμβαναν αίφνης μία περίοδο χάριτος, και να εστιάσει στους λειτουργούς του δημοσιογραφικού επαγγέλματος. Το αντικείμενο των συζητήσεων έπαψε σταδιακά να είναι το τι έγινε, αλλά το πώς παρουσίασαν αυτό που έγινε. Φαίνεται λοιπόν, πως η αστάθεια και οι αυστηρά ορθολογικοί κανόνες που επιβάλλει η λογική του εμπορίου, δημιουργούν αντίρροπες δυνάμεις, που με πρώτη ευκαιρία αλληλοεξοντώνονται, με στόχο ο ισχυρότερος, ή καλύτερα ο ανθεκτικότερος, να επικρατήσει. Στην περίπτωση Ζαχόπουλου, ο παραδοσιακός, κλασικός χαρακτήρας της εφημερίδας Καθημερινής ήρθε σε σύγκρουση με το λαϊκιστικό, εμπορευματικό χαρακτήρα της εφημερίδας Πρώτο Θέμα, ιδιαίτερα σε ζητήματα ηθικής και δεοντολογίας, αν αναλογιστούμε πως η τελευταία, δημοσίευσε στο εξώφυλλο της γυμνές φωτογραφίες από την ερωτική συνεύρεση των δύο εμπλεκομένων, καταγεγραμμένη από την Τσέκου σε ένα dvd, στοιχείο της υπόθεσης. Μέσα σε αυτήν την πολύπλευρη ανοιχτή αντιπαράθεση, το πολιτικό σκάνδαλο Ζαχόπουλου, έμοιαζε να είναι, απλά η αφορμή. Από την άλλη, ένα πολιτικό σκάνδαλο, ασφαλώς και δεν αφορά μόνο την κοινή γνώμη, καθώς μολονότι ο λαός, ιδιαίτερα στις φιλελεύθερες δημοκρατίες είναι ο ύστατος κριτής, το παιχνίδι των πολιτικών αντιπάλων, θεμιτό ή αθέμιτο, είναι ένα πεδίο όπου το σκάνδαλο ξεδιπλώνεται σε όλη του την έκταση, δείχνοντας, βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα, το νικητή και τον ηττημένο. Δεδομένης της σταδιακής παρακμής της πολιτικής των ιδεολογιών, και καθώς τα κόμματα μετατοπίζονται σε ολοένα και μεγαλύτερο βαθμό προς έναν πολιτικό μεσαίο χώρο, παρουσιάζεται δηλαδή το φαινόμενο μιας έντονης διαλλακτικότητας και συρρίκνωσης των άκρων, τα ελαττώματα (υπαρκτά ή υποτιθέμενα), στο χαρακτήρα των πολιτικών αντιπάλων, και οι παραβιάσεις του κώδικα συμπεριφοράς γίνονται όλο και πιο ισχυρά όπλα στον αγώνα για την απόκτηση πολιτικών πλεονεκτημάτων. Τα ζητήματα που σχετίζονται με το χαρακτήρα πολιτικοποιούνται όλο και πιο έντονα, καθώς τα κόμματα προσπαθούν να διαφοροποιηθούν μεταξύ τους σε ένα πλαίσιο, όπου καθίσταται συνεχώς δυσκολότερο το να επικαλεστούν θεμελιώδεις διαφορές αρχών. Επομένως, για να αντισταθμίσουν αυτήν την αδυναμία, τα κόμματα και οι ηγέτες τους επιζητούν να κεφαλαιοποιήσουν πολιτικά τα ελαττώματα στο χαρακτήρα των άλλων και να τα ανακυκλώσουν, όποτε και όσο συχνά κριθεί απαραίτητο – καθώς ο λαός έχει την τάση να ξεχνά εύκολα – για να κερδίσουν τις εντυπώσεις, οι οποίες βεβαίως, την κρίσιμη στιγμή, μεταφράζονται σε ψήφους. Και εδώ ακριβώς είναι που υπεισέρχεται για ακόμη μία φορά ο ρόλος των ΜΜΕ. Είναι εκείνα που λειτουργούν ως αρχείο, ως συλλεκτική, κοινωνική μνήμη για την κοινή γνώμη, είναι εκείνα που μέσω της δραματοποίησης, της εστίασης της προσοχής ή/και της αποσιώπησης και άλλων επικοινωνιακών τεχνασμάτων, που εξυπηρετούνται από τις τεχνολογικές προόδους, σχηματίζουν και επιβάλλουν την εικόνα της πολιτικής ζωής που πρέπει να έχουμε, που είναι «συμφέρον» να έχουμε. Μια μάλλον ψευδοεικόνα, περισσότερο διάθλαση παρά αντανάκλαση του σύγχρονου πολιτικού γίγνεσθαι. Σε αυτήν την τριγωνική σχέση, συνεπώς, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί στη σύγχρονη διαμεσολαβημένη πραγματικότητα, κοινό – ΜΜΕ – πολιτικοί, η κορυφή του τριγώνου καταποντίζει κάθε αρνητική ανάδραση των άλλων δύο γωνιαίων σημείων. Αν η κοινή γνώμη χειραγωγείται, τότε και οι πολιτικοί, στο δούναι και λαβείν με τους επικοινωνιακούς κολοσσούς, αν και έχουν την ψευδαίσθηση πως ηγούνται των διαδικασιών, ηττώνται πανηγυρικά, Πού; Καθημερινά, στα πρωτοσέλιδα των ημερήσιων εντύπων και στα παράθυρα, που κοσμούν περιμετρικά τους τηλεοπτικούς μας δέκτες…. σκάνδαλα Ovi Greece |